ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Οι μαθητές του Κόντογλου

 

Στη διάρκεια της ζωής και της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας στην Αθήνα ο Κόντογλου απέκτησε πολλούς μαθητές[1] και συνοδοιπόρους στην ιερή τέχνη της αγιογραφίας. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν κυρίως καλλιτέχνες που μάθαιναν πλάι στον Κόντογλου την τέχνη της Ορθόδοξης εικονογραφίας, αντλώντας από τον αστείρευτο και πραγματικά εκπληκτικό πλούτο γνώσεων, που εκείνος είχε, γύρω από την τέχνη και την Ορθοδοξία γενικότερα. Από τους πιο γνωστούς μαθητές του Κόντογλου[2] υπήρξαν οι: Πέτρος Βαμπούλης, Κώστας Γεωργακόπουλος, Γεώργιος Γλιάτας, Νίκος Εγγονόπουλος, Ράλλης Κοψίδης, Βασίλειος Λέπουρας, Κωνσταντίνος Ξυνόπουλος[3], Γιάννης Τερζής, Γιάννης Τσαρούχης, Γιώργος Χοχλιδάκης, αλλά και αρκετοί άλλοι. Οι εκάστοτε μαθητές του ήταν συνήθως και βοηθοί του στην εικονογράφηση ναών και φορητών εικόνων. Κάποιοι από τους μαθητές φέρονται πως τον βοήθησαν στην εικονογράφηση του Δημαρχείου Αθηνών (Γεώργιος Γλιάτας[4], Γιάννης Τερζής[5]) και κάποιοι είχαν συμβάλλει στην τοιχογράφηση του σπιτιού του με νωπογραφίες (Νίκος Εγγονόπουλος, Γιάννης Τσαρούχης)[6].

Για την εικονογράφηση του ναού της Καπνικαρέας ο Κόντογλου συνεργάστηκε, όπως μαρτυρείται σε κάποιες από τις επιγραφές στο ναό, με τους Παντελή Οδάμπαση, Σπύρο Παπανικολάου και Ράλλη Κοψίδη. Ωστόσο, φαίνεται πως συνεργάστηκαν κι άλλοι μαθητές του στην εικονογράφηση του ναού της Καπνικαρέας, οι οποίοι, όμως, δεν αναφέρονται ονομαστικά στις επιγραφές[7]. Όπως ήδη προαναφέραμε ο Κόντογλου δεν υπογράφει το μεγαλύτερο μέρος από το έργο του στο ναό, ενώ σε επιγραφή όπου αφήνεται να εννοηθεί η παρουσία μαθητών, αυτοί δεν αναφέρονται ονομαστικά. Έτσι, εκτός από τους προαναφερθέντες, στην εικονογράφηση της Καπνικαρέας φέρονται να συνεργάστηκαν και οι μαθητές του Κόντογλου Γεώργιος Γλιάτας[8] και Γιώργος Χοχλιδάκης[9].

Αναλυτικότερα, για τους μαθητές του Κόντογλου που βοήθησαν στην εικονογράφηση του ναού της Καπνικαρέας παραθέτουμε, αναφέροντάς τους με αλφαβητική σειρά, κάποια βιογραφικά στοιχεία:

Ο Γεώργιος Γλιάτας (1902–1988)[10]  γεννήθηκε στη Χώρα της Τριφυλίας, μια κωμόπολη στη Μεσσηνία κοντά στην Καλαμάτα, γνωστή για τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της. Εργάστηκε σαν συντηρητής βυζαντινών μνημείων στην Υπηρεσία Αναστηλώσεων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την καθοδήγηση των αρχαιολόγων: Αν. Ορλάνδου, Γ. Σωτηρίου, Μ. Χατζηδάκη και Ν. Καλιγά. Από το 1936, που γνωρίζει τον Κόντογλου, εργάζεται μαζί του μέχρι και το 1950, αρχικά σαν βοηθός και κατόπιν σαν συνεργάτης, τόσο στην τοιχογραφική διακόσμηση ναών όσο και στη δημιουργία φορητών εικόνων. Εκτός από τη συμμετοχή του στην τοιχογράφηση του ναού της Καπνικαρέας, εργάστηκε με τον Κόντογλου στη διακόσμηση του Δημαρχείου Αθηνών, και στην εικονογράφηση των ναών της Ζωοδόχου Πηγής στην Παιανία, στον Άγιο Ανδρέα της οδού Λευκωσίας στην Αθήνα, στον Άγιο Λουκά Πατησίων και στον ιδιωτικό ναό Πεσμαζόγλου στην Κηφισιά.  Το 1951, με σύσταση του Κόντογλου, έφυγε για την Αμερική όπου και έμεινε για δώδεκα χρόνια αγιογραφώντας ναούς στις Η.Π.Α. και τον Καναδά, μεταξύ των οποίων και ο ιερός ναός της Αγίας Τριάδος στη Νέα Υόρκη. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1963, εικονογράφησε στο ναό των Αγίων Πάντων στην οδό Τσόχα στην Αθήνα, στην Κοίμηση της Θεοτόκου στην Καισαριανή και στον Άγιο Πολύκαρπο στο Βοτανικό. Εκτός από τον Κόντογλου, συνεργάστηκε και με τους ζωγράφους Αγήνορα Αστεριάδη, Σπύρο Βασιλείου και Τάσο Λουκίδη.

Με βάση το βιογραφικό του και τα χρονολογικά στοιχεία που έχουμε υπ’ όψη μας για την εικονογράφηση της Καπνικαρέας, υποθέτουμε ότι η συμμετοχή του στη διακόσμηση του ναού ήταν στο χώρο του ιερού Βήματος και περιορίστηκε πιθανότατα στο επίπεδο της μαθητείας και των βοηθητικών εργασιών για την τεχνική του φρέσκο σε υγρό κονίαμα, τεχνικής που γνώριζε καλά ο Κόντογλου και ήταν ο μόνος που τη δίδασκε την εποχή εκείνη στην Ελλάδα[11].

Ο Ράλλης Κοψίδης[12] (1929-2010) γεννήθηκε στο Κάστρο της Λήμνου, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια, ενώ ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στον τόπο καταγωγής του, την Αλεξανδρούπολη[13]. Από το 1949 μέχρι το 1953 φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Τεχνών της Αθήνας στο εργαστήριο ζωγραφικής του Ανδρέα Γεωργιάδη. Στο τέταρτο έτος, νιώθοντας πλέον ότι η Σχολή Καλών Τεχνών δεν κάλυπτε τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις για «πηγές ελληνικές»[14] στη ζωγραφική, διακόπτει τη φοίτησή του, μετά από προτροπή του Γιάννη Μόραλη, για να μαθητεύσει κοντά στον Κόντογλου[15]. Έτσι, από το 1953 μέχρι και το 1959 σπουδάζει κοντά στο μεγάλο δάσκαλο, που τόσο θαύμαζε, τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη και συνεργάζεται μαζί του στην εικονογράφηση της Καπνικαρέας, όπου αναφέρεται το όνομά του στις υπογραφές δύο παραστάσεων[16]. Ο Ράλλης Κοψίδης, ως βοηθός του Κόντογλου, εργάστηκε και στην εικονογράφηση του παρεκκλησίου της οικογένειας Πατέρα στο Ψυχικό[17] και συνεργάστηκε επίσης μαζί του για τη δημιουργία φορητών εικόνων[18]. Επιπλέον, φαίνεται πως υπήρξε πολύτιμος βοηθός του Κόντογλου για την εικονογράφηση του δίτομου έργου της «Έκφρασης», καθώς ο Κόντογλου, εκτιμώντας, προφανώς ιδιαίτερα το ταλέντο του, δημοσιεύει στο έργο του, ιδιαίτερα στον πρώτο τόμο, πολλά σχέδια του Ράλλη Κοψίδη, πολλά από τα οποία είναι αντίγραφα παλαιών παραστάσεων[19]. Η μαθητεία του κοντά στον Κόντογλου τον επηρέασε καθοριστικά στην καλλιτεχνική του παραγωγή, μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70, χωρίς όμως να αντιγράψει πιστά και δουλικά το δάσκαλό του. Εικονογράφησε  ένα πλήθος ναών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό ενώ ταυτόχρονα υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός και στη δημιουργία άλλων έργων, όπως τοπία, προσωπογραφίες, χαρακτικά, ψηφιδωτά, εικονογραφήσεις βιβλίων, διοργανώνοντας πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Ανέπτυξε επίσης και συγγραφική δράση γράφοντας σε διάφορα περιοδικά, εκδίδοντας βιβλία και δημιουργώντας το περιοδικό «Κάνιστρο». Μετά το 1975, η ζωγραφική του χαρακτηρίζεται έντονα από μια ανανεωτική πνοή με βαθιά ανθρωποκεντρική τάση μέσα από ρεαλιστική αντίληψη, όπως και ο ίδιος δηλώνει[20]. Πάντα, όμως, διακρίνονται στο έργο του αντιρεαλιστικά στοιχεία από τη βυζαντινή, μεταβυζαντινή και λαϊκή παράδοση, στοιχεία που είχε βαθιά μελετήσει αφομοιώνοντας τα με την προσωπική του δημιουργική πνοή[21]. Στην εκκλησιαστική ζωγραφική μεγάλη αίσθηση προκάλεσε η εικονογραφική του δουλειά στο ναό του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Chambesy της Γενεύης. Το έργο του αυτό έτυχε ιδιαίτερης προβολής τόσο από τον ελληνικό όσο και από τον ξένο Τύπο, ενώ χαρακτηρίστηκε ως μια ρηξικέλευθη προσπάθεια εξεύρεσης μιας νέας εικαστικής γλώσσας για την εικονογράφηση των Ορθόδοξων ναών, βασισμένη μεν στην ορθόδοξη παράδοση αλλά με έντονα προσωπικό ύφος[22].

Έργα του Ράλλη Κοψίδη υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη, το Υπουργείο Πολιτισμού, το Μουσείο Βορρέ, το Τελλόγλειο Ίδρυμα, την Πινακοθήκη Ιωαννίνων, τη Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, καθώς και σε πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό[23].

Ο Παντελής Οδάμπασης δούλεψε μαζί με τον Κόντογλου, σαν βοηθός του, για επτά χρόνια, όπως ο ίδιος μαρτυρεί σε σημείωμα του, που κατέθεσε ως φόρο μνήμης για το δάσκαλό του στο συλλογικό έργο Μνήμη Κόντογλου[24]. Για τον Παντελή Οδάμπαση δεν ήταν δυνατόν να βρούμε κάποια βιογραφικά στοιχεία, παρά μόνο κάποια από αυτά που ο ίδιος αναφέρει στο προαναφερθέν σημείωμα με τίτλο «Από τη μαθητεία μου κοντά του»[25]. Στο κείμενο αυτό αναφέρει πως ήταν Μικρασιάτης και καταγόταν από τη Βιθυνία, όπου γεννήθηκε και ανατράφηκε μέσα «στην αγνή ευσέβεια της Ορθοδοξίας»[26]. Παρά το γεγονός ότι από μικρός είχε κλίση στη ζωγραφική, όταν ήταν νέος η ζωή του «πέρασε μέσα σε πολλές πίκρες», γι’ αυτό και αναγκάστηκε να δουλέψει σε βαρειές, χειρωνακτικές δουλειές προκειμένου να εξασφαλίζει τα προς το ζην, χωρίς όμως ποτέ να ξεχάσει την αγάπη του για τη ζωγραφική. Στη διάρκεια κάποιων χρόνων που έζησε στην Κωνσταντινούπολη, γνώρισε έναν «ομογενή ζωγράφο» και πήρε απ’ αυτόν τα πρώτα μαθήματα. Στη συνέχεια μετακόμισε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου και σπούδασε για δύο χρόνια. Παρά το γεγονός ότι είχε ανοίξει εργαστήριο και πλέον ασχολούνταν επαγγελματικά μόνο με την τέχνη, γράφει: «Αλλά, σαν Ανατολίτης, δεν εύρισκα ικανοποίηση στην αδιάφορη ζωγραφική. Ολοένα καταλάβαινα πιο πολύ πως ό,τι θα μου ταίριαζε, ήταν η αγιογραφία. Κοντά σε ποιον όμως θα τη μάθαινα; Απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις, ξεχωριστή άσκηση. Η Θεία Πρόνοια δεν μ’ άφησε. Το 1945, γνώρισα τον Κόντογλου. Αγκάλιασε στοργικά τον πόθο μου. Έγινε δάσκαλός μου. Και αφού σημείωσα κάποια προκοπή, με πήρε βοηθό του[27]» … «Ο Κόντογλου δεν μου έμαθε μόνο τα μυστικά της αγιογραφίας, τα πνευματικά και τα τεχνικά. Μου μιλούσε με τη σαγηνευτική του γλώσσα και για πολλά άλλα θέματα, που όλα αφορούσαν την ορθόδοξη Παράδοση[28]».

Εκτός από την εικονογράφηση της Καπνικαρέας, συμμετείχε και στην εικονογράφηση των ναών Αγίου Ανδρέα Κάτω Πατησίων, του Ευαγγελισμού Ρόδου και του Αγίου Γεωργίου Κυψέλης[29]. Ενδιαφέρουσα είναι η μαρτυρία του ίδιου του Π. Οδάμπαση για τη συμμετοχή του στην εικονογράφηση του Αγίου Ανδρέα, όπου σκιαγραφεί τον τρόπο με τον οποίο δούλευε ο Κόντογλου μαζί με τους μαθητές του στην ιστόρηση των ιερών ναών: «Ανάμεσα στ’ άλλα, εργάσθηκα και στην ιστόρηση που έκανε της μικρής εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα, στην οδό Λευκωσίας. Τι ωραίες αναμνήσεις έχω από εκείνη τη δουλειά, που ήταν αληθινή μυσταγωγία! Πως ν’ αλησμονήσω τις ψαλμωδίες που κάναμε, εκείνος ψέλνοντας και εγώ κρατώντας του το ίσο, ανεβασμένοι στη σκαλωσιά! Τι κατάνυξη είχαν εκείνες οι ώρες! Δεν είναι ανάμνηση αυτά. Είναι ζωντανό παρόν»[30].

Φαίνεται πως ο Παντελής Οδάμπασης δούλευε, επίσης, μαζί με τον Κόντογλου και στη δημιουργία φορητών εικόνων, αφού μιλά και για το εργαστήρι που είχε ο Κόντογλου στο σπίτι του: «…Είχε το εργαστήρι στο σπίτι του, όπου συχνά βρισκόμαστε μαζί, δουλεύαμε και κατόπιν τρώγαμε, μαζί με την ευλογημένη γυναίκα του, τον αγαθότατο άνθρωπο, την κυρά Μαρία, τον παππού (πεθερό του) τον κυρ-Θανάση και την κορούλα του τη Δέσπω»[31] …. «Το εργαστήρι στο σπίτι του έμοιαζε με παρεκκλήσι. Ήταν στολισμένο με παλιά βιβλία λειτουργικά, Ευαγγέλια, Μηναία, Παρακλητικές και άλλα. Ακόμα και ένα άγιο λείψανο είχε. Ένα οστάριο της Αγίας Παρασκευής, που φυλαγόταν, σαν σε θήκη, στο κάλυμμα ενός παμπάλαιου Ευαγγελίου. Ο χώρος μοσχομύριζε από λιβάνι, καντήλια ήταν πάντα αναμμένα»[32].

Ο Σπύρος Παπανικολάου[33] (1906-1986) γεννήθηκε στο Μοναστήρι Τριφυλίας στη Μεσσηνία. Από το 1927 μέχρι το 1932 σπούδασε γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο το Θ. Θωμόπουλο. Μέχρι το 1937 ήταν βοηθός στο εργαστήρι του Θωμόπουλου και στη συνέχεια στράφηκε στη ζωγραφική. Μαζί με τον Κ. Κλώνη έκανε σκηνηκά για το Εθνικό Θέατρο και σκηνογραφίες για το ελεύθερο θέατρο. Τη γνωριμία του με τον Κόντογλου θα πρέπει να την τοποθετήσουμε γύρω στο 1954, χρονιά κατά την οποία ο Κόντογλου ανέλαβε την εικονογράφηση των ναών Αγίου Χαραλάμπους Πολυγώνου και Αγίου Γεωργίου Κυψέλης στην Αθήνα, στην ιστόρηση των οποίων συμμετείχε και ο Σπ. Παπανικολάου. Κατόπιν, μαρτυρείται και η συμμετοχή του στην εικονογράφηση του ναού της Καπνικαρέας το 1955 από τις σχετικές επιγραφές του Κόντογλου στο ναό[34], ενώ από το 1961 συνεχίζει ο ίδιος με βοηθό τον Γ. Καρποδίνη και αποπερατώνει το 1964 το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού[35]. Εν τω μεταξύ, το 1962 συμμετείχε μαζί με τον Κόντογλου και τους Βαμπούλη, Γεωργακόπουλο, Γεωργίου, Καρτάκη, Κεντάκα και Φαρμάκη στην «Έκθεσιν εννέα συγχρόνων Ελλήνων αγιογράφων», που πραγματοποιήθηκε από τις 28/12/1962 έως τις 12/1/1963 στην Αίθουσα του Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου στη Λευκωσία της Κύπρου[36]. Παράλληλα με τις αγιογραφίες δημιούργησε και άλλα έργα, όπως θαλασσογραφίες, νεκρές φύσεις, ανθογραφίες, τοπία και προσωπογραφίες, που χαρακτηρίζονται από τον ρεαλισμό στην απόδοση και μία συντηρητική ιμπρεσσιονιστική γραμμή[37]. Πήρε μέρος σε ομάδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στη Σουηδία[38].

Ο Γιώργος Χοχλιδάκης[39] (1929- ) γεννήθηκε στην κωμόπολη Αρχάνες, κοντά στο Ηράκλειο της Κρήτης. Μαθήτευσε στο εργαστήριο του Κόντογλου από το 1955 μέχρι το 1962 και έμαθε κοντά του τις τεχνικές της τοιχογραφίας και της φορητής εικόνας. Μαζί του συνεργάστηκε στη δημιουργία φορητών βυζαντινών εικόνων και συμμετείχε στην εικονογράφηση των ναών Αγίου Νικολάου Αχαρνών, Αγίου Γεωργίου Κυψέλης και Καπνικαρέας, καθώς και στη διακόσμηση του ιδιωτικού ναού της οικογένειας Πατέρα στο Ψυχικό. Επίσης, έλαβε μέρος μαζί με τον Κόντογλου στην πλωτή ομαδική έκθεση που πραγματοποιήθηκε το 1958 στο υπερωκεάνιο «Olympic». Από το 1959 έως το 1971 συνεργάστηκε με τον, επίσης μαθητή του Κόντογλου, Ράλλη Κοψίδη στην εικονογράφηση ναών[40]. Από το 1972 άρχισε να αναλαμβάνει ο ίδιος την ιστόρηση ιερών ναών με βυζαντινές εικόνες και, συνεχίζοντας τη δραστηριότητά του μέχρι τις μέρες μας, έχει εικονογραφήσει ένα αξιοθαύμαστο πλήθος ναών[41], τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, μεταξύ των οποίων ο πανεπιστημιακός ναός του Αγίου Αντύπα στο Γουδή, ο ιερός ναός του Αγίου Γεωργίου Ριζαρείου στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, όπου ιερουργούσε για σειρά ετών ο Άγιος Νεκτάριος, και ο ιερός ναός της Αγίας Ελεούσας στο Νότιγχαμ της Αγγλίας. Φιλοτέχνησε, επίσης, φορητές βυζαντινές εικόνες για το Παλέρμο της Ιταλίας, το Νότιγχαμ της Αγγλίας, την Ισπανία και την Αμερική.

Η συμμετοχή του Γ. Χοχλιδάκη στην εικονογράφηση της Καπνικαρέας, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του ίδιου[42], ήταν κατά τα τελευταία έτη της ιστόρησης του ναού, δηλαδή από το 1957 μέχρι και το 1959. Όπως ο ίδιος θυμάται και περιγράφει τη συνεργασία με το δάσκαλό του, εργάζονταν μαζί στο ναό της Καπνικαρέας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε είναι και η καταλληλότερη εποχή του χρόνου για την εκτέλεση του φρέσκο. Στο στάδιο εκείνο ιστορήθηκαν οι μορφές των ολόσωμων ιεραρχών, ο Απόστολος Παύλος, τα στηθάρια των αποστόλων και άλλοι άγιοι στο βόρειο και στο νότιο τοίχο του κυρίως ναού. Από νωρίς τα ξημερώματα ξεκινούσαν την εργασία, μαζί με το μάστορα του σοβατίσματος, για την προετοιμασία του τοίχου. Αφού ήταν έτοιμη η επιφάνεια, ο Κόντογλου εκτελούσε το σχέδιο, που είχε ήδη προτοιμαστεί σε μακέτα και εγκριθεί από τις αρμόδιες επιτροπές του ναού και του Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Κατόπιν, ο Γ. Χοχλιδάκης έκανε την κορνίζα, το γέμισμά της, τα διακοσμητικά και τις επιγραφές, ενώ ο Κόντογλου δούλευε τον προπλασμό, τη σάρκα και τα ρούχα των εικονιζόμενων μορφών.

 

 

 

 

 


[1]  Μπορεί ο Κόντογλου να μην είχε ιδρύσει επίσημα κάποια δική του σχολή, όμως  στην πραγματικότητα δημιούργησε τη σχολή «Κυπριάδη», όπως χαρακτηριστικά είπε γι’ αυτόν ο Γιάννης Μόραλης. Βλ. Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 28.

Σημ.: Στην περιοχή Κυπριάδου στην Αθήνα βρισκόταν το σπίτι  και εκεί στεγαζόταν και το εργαστήρι του Κόντογλου.

[2]  Βλ. Συλλογικό έργο, Ο Φώτης Κόντογλου και οι μαθητές του: Πέτρος Βαμπούλης, Κώστας Γεωργακόπουλος, Γεώργιος Γλιάτας, Νίκος Εγγονόπουλος, Ράλλης Κοψίδης, Βασίλειος Λέπουρας, Κωνσταντίνος Ξυνόπουλος, Γιάννης Τερζής, Γιάννης Τσαρούχης, Γιώργος Χοχλιδάκης, Δημοτική                                  Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, Casa Bianca 5 Οκτωβρίου-3 Νοεμβρίου 2002, στο εξής: Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές. Ευχαριστίες οφείλω στη ζωγράφο κ. Μάρθα Καπετανάκου, σύζυγο του καθηγητού της Αγιογραφίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και μαθητή του Κόντογλου Κων/νου Ξυνόπουλου, για την παραχώρηση του ως άνω συγγράμματος.

[3]  Περισσότερα για τη μαθητεία του Κ. Ξυνόπουλου στον Κόντογλου, τη συνεργασία, τη σχέση και την μεταξύ τους αλληλογραφία κατά τη διάρκεια της μετεκπαίδευσης του Κ. Ξυνόπουλου στο Παρίσι βλ. στο: Τσιμούρης Σπ., Κείμενα εκ του Αρχείου του Κωνσταντίνου Γ. Ξυνόπουλου (1929-2001), Καθηγητού της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών: Φάκελος «Μελέτες», «Η φορητή εικόνα και η νωπογραφία», μεταπτυχιακή εργασία υποβληθείσα στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Ιστορικός Τομέας). Επιβλέπων Καθηγητής Σπυρίδων Δημ. Κοντογιάννης, Αθήνα 2004.

[4]  Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 75.

[5]  Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 107.

[6]  Ζίας, Κόντογλου, σ. 57 κ.ε.

[7]  Πρβλ. σ. 23-27.

[8]  Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 75.

[9]  Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 117.

[10]  Για τα βιογραφικά του στοιχεία βλ. στο: Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 75.

[11]  Καρακατσάνη-Κοψίδης, Φώτης Κόντογλου,σ. 63, 67, 104-105.

[12]  Για τα βιογραφικά του στοιχεία βλ.: Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 89, Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Τόμ. 2, σ. 322-325, λήμμα «Κοψίδης Ράλλης», Εφημερίδα «Η Καθημερινή», Ράλλης Κοψίδης, έκδοση Τρίτης 17 Αυγούστου 2010.

[13]  Εφημερίδα «Η Καθημερινή», Ράλλης Κοψίδης, έκδοση Τρίτης 17 Αυγούστου 2010.

[14]  Καρακατσάνη-Κοψίδης, Φώτης Κόντογλου, σ. 63, 67.

[15] Όπως ο ίδιος αφηγείται, πρωτογνώρισε τον Κόντογλου μέσα από τα βιβλία του και τις εικόνες τους, όταν ακόμη ήταν μαθητής γυμνασίου. Βλ. Καρακατσάνη-Κοψίδης, Φώτης Κόντογλου,σ. 63 κ.ε.

[16]  Πρβλ. σ. 25-29.

[17]  Κόντογλου, Έκφρασις, Τόμ. Β’, πίν. 80.

[18]  Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Τόμ. 2, σ. 241-241, λήμμα «Κόντογλου Φώτης».

[19]  Ιδιαίτερη μνεία για τον Ράλλη Κοψίδη κάνει ο Κόντογλου στο «Προοίμιον» του Α’ Τόμου της «Έκφρασης» αναφέροντας: «Εξαιρέτως είναι πρέπον να μνημονεύσωμεν του αγαπητού Ράλλη Κοψίδη, ο οποίος με αφοσίωσιν και ανιδιοτέλειαν εφιλοτέχνησε πολλά από τα σχέδια οπού κοσμούν ταύτην την βίβλον». Βλ. για παράδειγμα σχέδια του Ράλλη Κοψίδη: Κόντογλου, Έκφρασις, Τόμ. Α’ , σ. 78, 83, 87, 96, 99, 147, Τόμ. Β’, πίν. 52, 107.

[20]  …«Το ιδεώδες μου στη ζωγραφική είναι ο Γύζης, η Ιταλική Αναγέννηση, η ρεαλιστική αντίληψη ιδωμένα φυσικά μέσα από τη δική μου όραση των πραγμάτων…». Βλ. Ράλλης Κοψίδης, σ. 8-11, όπου αποσπάσματα από συνεντεύξεις του στον Τύπο.

[21]  Ταμβάκη, Εικαστική δημιουργία, σ. 6-7.

[22]  Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 89, Εφημερίδα «Η Καθημερινή», Ράλλης Κοψίδης, έκδοση Τρίτης 17 Αυγούστου 2010.

[23]  Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 89.

[24]  Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, σ. 225-226.

[25]  Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, ό.π.

[26]  Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, σ. 225.

[27]  Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, ό.π.

[28]  Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, σ. 226.

[29]  Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 16-17.

[30]  Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, σ. 225.

[31]  Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, ό.π.

[32]  Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, σ. 226.

[33]  Για τα βιογραφικά του στοιχεία βλ. στο: Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Τόμ. 3, σ. 448, λήμμα «Κοψίδης Ράλλης».

[34]  Πρβλ. σ. 23-27.

[35]  Πρβλ. ό.π.

[36]  Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 17.

[37]  Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Τόμ. 3, σ. 448.

[38]  Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Τόμ. 3, ό.π.

[39]  Για τα βιογραφικά του στοιχεία βλ. στο: Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 117.

[40]  Για τους ναούς στην εικονογράφηση των οποίων συνεργάστηκε με τον Ρ. Κοψίδη βλ.: Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 117.

[41]  Για τον κατάλογο των ναών που εικονογράφησε βλ.: Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 117.

[42] Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Χοχλιδάκη για την ευγενή προθυμία του να μας παραθέσει σημαντικές πληροφορίες και να μας περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκαν μαζί με τον Κόντογλου στο ναό της Καπνικαρέας.

 

 

 

 

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s