Ο ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Ο Φώτης Κόντογλου

 

Ο Φώτης Κόντογλου υπήρξε αναμφίβολα μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στη νεώτερη Ελλάδα, όχι μόνο στο χώρο της ζωγραφικής τέχνης αλλά και στη λογοτεχνία, ένα πνεύμα «γερό και πρωτότυπο», μοναδικό και ασυμβίβαστο, που η αξία και τα ταλέντα του αναγνωρίστηκαν όχι μόνο από τους φίλους και συνοδοιπόρους του αλλά και από τους διαφωνούντες αντιπάλους του. Η ζωή του Κόντογλου ήταν πονεμένη αλλά ήταν ταυτόχρονα και πολύ ευλογημένη, ευτυχισμένη, συναρπαστική και δημιουργική. Ποτέ δε σταμάτησε να ερευνά και να μαθαίνει νέα πράγματα με αποτέλεσμα να συμμετέχει σε πάρα πολλές και διαφορετικές δραστηριότητες που είχαν κυρίως συγγραφικό και καλλιτεχνικό περιεχόμενο. Γι’ αυτό το να μιλήσει κάποιος για τη ζωή του είναι κάτι που δεν μπορεί να εξαντληθεί μέσα σε λίγες γραμμές, αφού όλη του η δραστηριότητα παρουσιάζει ένα εξαιρετικό και αμείωτο ενδιαφέρον.

kontogloy-fwths

Αυτοπροσωπογραφία του Κόντογλου

Ο μαστρο-Φώτης, όπως τον αποκαλούσαν οι μαθητές του, γεννήθηκε το 1895 στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και το πατρικό του επίθετο ήταν Αποστολλέλης[1]. Στο Αϊβαλί πέρασε τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια ζώντας, μαζί με τη μητέρα και τα άλλα τρία αδέρφια του, σε ένα τοπίο ειδυλλιακής ομορφιάς, μέσα στο οποίο υπήρχε και το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, όπου ηγούμενος ήταν ο αδερφός της μητέρας του Στέφανος Κόντογλου. Ήταν ο μικρότερος από τα αδέρφια και είχε την ατυχία να χάσει τον πατέρα του, που ήταν ναυτικός, στην ηλικία των δύο ετών γι’ αυτό και ανατράφηκε από το θείο και τη μητέρα του.

Ο συμμαθητής του, στο σχολείο του Αϊβαλιού, Τάσος Μουμτζής[2], γράφοντας για τα παιδικά τους χρόνια, περιγράφει το μοναστήρι και το τοπίο γύρω από αυτό, τις συνήθειες, την προσωπικότητα του ηγούμενου και το χαρακτήρα του Φώτη, που διαμορφώθηκε, όπως φαίνεται, καθοριστικά μέσα από τα βιώματα των παιδικών του χρόνων:

….«Το Μοναστήρι αυτό ήταν σαν ένα κομμάτι από τ’ Άγιον Όρος, ψηλοκρεμαστό ανάμεσα στα βράχια και πίσω από τη θάλασσα, στη ρίζα μιας τεράστιας πέτρας, μπροστά σε μια κουφάλα. Εκεί πρόβαλλε η μικρή εκκλησούλα της Αγιάς Παρασκευής. Ήταν πάντα μισοσκότεινη και δροσερή, σαν νά’ μπαινες σε ψυγείο. Μοσχοβολούσε αγιοσύνη και αντηχούσε προσευχή». … «Ο Φώτης ξεκινούσε την αυγή, σαν άρχιζε να βουίζει το μοναστήρι από το πρωϊνό ξεκίνημα του προσωπικού και μαζί με τον θείο του τον ηγούμενο, τραβούσαν για την πρωινή λειτουργία. Χτυπούσε την καμπάνα κι αμέσως στο ψαλτήρι.»…. «Στο τέλος της εκκλησιάς, ο Φώτης μ’ ένα κομμάτι ψωμί και μερικές ελιές στο χέρι, ξεκινούσε για τα βράχια, σκαρφαλώνοντας απάνω τους και παίζοντας με τα τσομπανόσκυλα σαν θηριοδαμαστής. Ύστερα κατέβαινε στην ακροθαλασσιά. Σαλτάριζε από βάρκα σε βάρκα, ψάρευε, έβγαζε θαλασσινά-κυδώνια, φούσκες, πεταλίδες, μύδια, καλόγνωμες- βουτώντας στη θάλασσα σαν υδρόβιο. Τώρα, αν στο περιβάλλον προσθέσει κανείς και το μπουγάζι, όπως ο ίδιος το περιγράφει σε πολλά γραφτά του, μπορεί να βγάλει το συμπέρασμα, πως τα μικρά του χρόνια τα πέρασε σαν καλογεροπαίδι και σαν αγρίμι».

….«Μια και ήξερα καλά το νησί του, ή μάλλον τη χερσόνησο του μοναστηριού, δεν έπαυε να μου μιλά για δαύτο, για τις περιπέτειές του στη θάλασσα και στα κατσάβραχα, ζωγραφίζοντας συνέχεια από μνήμης, καΐκια, άλογα, ψαράδες, τοπία και μπόλικους αγίους με τις κεντημένες στολές. Όσο προχωρούσαν τα χρόνια, καταλάβαινα πως αυτός ο άνθρωπος ζούσε σ’ άλλο περιβάλλον, έλεγα μαθέ, τι να’ ναι απ’ όλα: καλόγηρος, τσομπάνος, κουρσάρος, Ρομπινσώνας, πειρατής, Γιάννης, Αγιάννης, Πλοίαρχος Γκραντ, σκιτσογράφος, αγιογράφος, λογοτέχνης, ψάλτης, για Βυζαντινός; Ε λοιπόν, ήταν απ’ όλα κι από λίγο».

Αφού ολοκλήρωσε τη φοίτηση στο γυμνάσιο, ο θείος του τον έφερε στην Αθήνα, το 1913, για να γραφτεί στη μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου λόγω του εξαιρετικού του ταλέντου κατατάχτηκε αμέσως στο τρίτο έτος. Δάσκαλοι στη Σχολή τότε ήταν, μεταξύ άλλων, οι: Σπ. Βικάτος, Δ. Γερανιώτης, Γ. Ιακωβίδης, Γ. Ροϊλός και Α. Καλούδης. Στα φοιτητικά του χρόνια συγκατοικεί αρχικά με το συμμαθητή του από το γυμνάσιο των Κυδωνιών Στρατή Δούκα.  Το επόμενο έτος κηρύσσεται η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου,  κάτι που δυσκολεύει την επικοινωνία με την οικογένειά του και σταματά το επίδομα σπουδών του από εκείνους. Τότε συγκατοικεί με το ζωγράφο Σπύρο Παπαλουκά, με τον οποίο και εργάζονται μαζί στα φωτογραφεία του Μπούκα και του Καλιαμπέτσου και παράλληλα βάφουν σκηνικά με το σκηνογράφο Αρμενόπουλο. Στη συνέχεια διακόπτει τις σπουδές του στην Αθήνα, οι οποίες φαίνεται ότι δεν τον ικανοποιούσαν ιδιαίτερα, και ξεκινάει τα ταξίδια του στην Ευρώπη, αναζητώντας ίσως τις περιπέτειες που από μικρός ονειρευόταν. Ταξίδεψε στο Βέλγιο, την Ισπανία, το Περιγκέ, τη Λιμόζ, τη Μασσαλία και εργάστηκε ως τορναδόρος, ανθρακωρύχος, καθώς και σε άλλες χειρωνακτικές εργασίες. Τελικά, όμως, κατέληξε στο Παρίσι, όπου έμεινε μερικά χρόνια. Στο Παρίσι γνώρισε ταξιδευτές διαφόρων εθνικοτήτων και συναρπάστηκε από τις περιπέτειές τους. Εκεί, μεταξύ άλλων, συναναστράφηκε και με το διάσημο Γάλλο γλύπτη Ροντέν καθώς και με τον, ήδη βραβευμένο με το Νόμπελ λογοτεχνίας, Βέλγο θεατρικό συγγραφέα Μωρίς Μαίτερλιγκ. Στο εμπνευστικό γι’ αυτόν Παρίσι, έγραψε και εικονογράφησε το περίφημο έργο του “Pedro Cazas”, που τον καταξίωσε και τον καθιέρωσε αργότερα στους λογοτεχνικούς κύκλους της Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι, έκανε ελεύθερες σπουδές ζωγραφικής και παράλληλα εργαζόταν ως σχεδιαστής στο γνωστό γαλλικό περιοδικό «Ιλλουστρασιόν», καθώς και στην εικονογράφηση βιβλίων και περιοδικών. Σε διαγωνισμό του περιοδικού «Ιλλουστρασιόν» ο Κόντογλου απέσπασε το πρώτο βραβείο, για την εικονογράφηση του φημισμένου τότε βιβλίου «Η Πείνα» του Νορβηγού συγγραφέα Κνουτ Χάμσουν.

Μετά τη λήξη του πολέμου επιστρέφει, το 1919, στα πατρώα εδάφη, στο αγαπημένο του Αϊβαλί, όπου ιδρύει το σύλλογο «Νέοι Άνθρωποι» και τυπώνει στις εκδόσεις του «Αιολικού Αστέρα», με τη χορηγία του φίλου του Στρατή Δούκα, το πρώτο του βιβλίο τον “Pedro Cazas[3]”. Το 1920 διορίστηκε καθηγητής της Γαλλικής γλώσσας και της Ιστορίας της Τέχνης στο Ελληνικό Σχολείο θηλέων του Αϊβαλιού. Το 1921 διέκοψε για λίγους μήνες τη διδασκαλία του στο σχολείο, λόγω της επιστράτευσης και της συμμετοχής του στη Μικρασιατική εκστρατεία. Κατόπιν, επέστρεψε στη θέση του, όπου και παρέμεινε μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922. Μετά το τραγικό γεγονός που εκπάτρισε χιλιάδες Έλληνες της Μικράς Ασίας, ο Κόντογλου βρέθηκε στη Μυτιλήνη. Το συγκλονιστικό γεγονός του ξεριζωμού θα το κουβαλάει σαν πόνο μέσα του σε όλη τη ζωή του, αλλά έχοντας τη ζωγραφική σαν τρόπο έκφρασης δεν πτοείται σε εκείνες τις δύσκολες ώρες: «Για μένα, ο καλλιτέχνης έχει τη ζωηρή εντύπωση πως ζει μέσα σ’ ένα άπειρο. Έτσι μονάχα βγαίνει όξω από τα στενά σύνορα της εποχής και της πατρίδας, και υψώνεται στο μοναδικό τύπο, που ζει μέσ’ στον αιθέρα της απόλυτης ελευθερίας. Σφραγίζεται με μιαν αιώνια βούλα. Δεν μπορεί να’ ναι από κείνους που περνούν απάνου από τη γης, κρατώντας τα μάτια κλεισμένα στην πλούσια διακοσμητικά ποικιλία του κόσμου, ολόκληρης της γης και τα’ ουρανού», είχε γράψει το 1920 ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου του.

Στο μεταξύ, ο «Πέδρο Καζάς» έχει ήδη γίνει γνωστός και έχει αγαπηθεί από τους αναγνώστες του. Στην Αθήνα ανάμεσα στους πρώτους που διάβασαν το βιβλίο ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης με τη γυναίκα του Γαλάτεια, σε συντροφιά με το Βάσο Δασκαλάκη και τη σύζυγό του Έλλη Αλεξίου. Η παρέα διάβασε το βιβλίο του Κόντογλου φωναχτά, μέσα σε μια βραδιά, και ο ενθουσιασμός τους ήταν τόσο μεγάλος που αμέσως αποφάσισαν να προσκαλέσουν τον Κόντογλου στην Αθήνα και να μείνει μαζί τους, προκειμένου ένα τέτοιο ταλέντο να μην χάνεται στην προσφυγιά. Έτσι κι έγινε, κι ο Κόντογλου ήρθε στην Αθήνα και με τις συστάσεις του Δασκαλάκη και του Καζαντζάκη άρχισε να δουλεύει στο Λεξικό του Ελευθερουδάκη και στις εκδόσεις Γανιάρη, οι οποίες ξαναεκδίδουν το βιβλίο του το 1923. Την άνοιξη του 1923 θα ταξιδέψει στο Άγιον Όρος, όπου ήδη βρίσκονταν για ένα χρόνο ο Στρατής Δούκας και ο Σπύρος Παπαλουκάς. Η γνωριμία του με το μοναχισμό και την τέχνη που θα συναντήσει στα μοναστήρια του Αγίου Όρους θα είναι γεγονός αναπάντεχο, που θα σηματοδοτήσει και θα χαρακτηρίσει όλη τη μετέπειτα άποψή του για την τέχνη αλλά και την καλλιτεχνική του παραγωγή. Κατά την παραμονή του εκεί θα ζωγραφίσει τοπία, προσωπογραφίες μοναχών, θα γράψει μικρά κείμενα και θα αντιγράψει πολλές εικόνες αλλά και μικρογραφίες της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής περιόδου.

Με τα έργα που φιλοτέχνησε στο Άγιον Όρος θα κάνει την πρώτη του έκθεση, στη Μυτιλήνη μαζί με το ζωγράφο Κωνσταντίνο Μαλέα. Με αντίγραφα βυζαντινών εικόνων θα συμμετάσχει την ίδια χρονιά και στην Αθήνα, στην Έκθεση Βυζαντινής Τέχνης που διοργάνωσε το Λύκειο των Ελληνίδων. Τα αντίγραφα των αγιορείτικων εικόνων θα εκδοθούν τότε από τις εκδόσεις Γανιάρη με τον τίτλο «Τέχνη του Άθω. Αντιγραφή και ανασυγκρότηση Φώτη Κόντογλου», όπως επίσης και τα κείμενα που έγραψε εκεί, συγκεντρωμένα σε ένα βιβλίο με εικόνες του ίδιου και τον γενικό τίτλο «Βασάντα». Το 1924 θα ξαναεπισκεφθεί το Άγιον Όρος προκειμένου να αντιγράψει και πάλι βυζαντινές εικόνες, αυτή τη φορά κατά παραγγελία του γνωστού οικονομολόγου και τραπεζίτη Διονυσίου Λοβέρδου, ο οποίος ήταν ευπατρίδης και φιλότεχνος και διέθετε πλούσια συλλογή με εικόνες βυζαντινής τέχνης. Στη συνέχεια πραγματοποιεί και πάλι έκθεση στο Λύκειο των Ελληνίδων με ζωγραφιές και εικόνες εμπνευσμένες από το Άγιον Όρος και από πειρατές.

Το Φλεβάρη του 1925 παντρεύεται την εκλεκτή σύντροφο της ζωής του Αϊβαλιώτισσα Μαρία Χατζηκαμπούρη. Την ίδια χρονιά εικονογραφεί την ποιητική συλλογή «Θαλασσινά» του Α. Μαμμέλη και ταυτόχρονα αναλαμβάνει και την επιμέλεια του περιοδικού «Φιλική Εταιρεία», με συνεργάτες τους Κώστα Βάρναλη, Δημήτρη Πικιώνη, Βάσο Δασκαλάκη, Στρατή Δούκα, Γιοσέφ Ελιγιά, Γιάννη Κεφαληνό και Κ. Σφακιανάκη. Το περιοδικό, αν και σημείωσε μεγάλη επιτυχία, έβγαλε μόνο έξι τεύχη, λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων. Την επόμενη χρονιά εικονογραφεί το βιβλίο «Παύλος Μελάς», που έγραψε η Ναταλία Μελά, και εκθέτει μαζί με το ζωγράφο Τάκη Καλμούχο στο Βόλο. Τη χρονιά αυτή αρχίζει να χρησιμοποιεί την τεχνική της βυζαντινής εικόνας και σε έργα του που έχουν άλλα θέματα, όπως στον «Μακεδονομάχο» και σε πορτραίτο του Νίκου Βέλμου.

Το 1927 η γέννηση της μοναχοκόρης του Δέσποινας έρχεται να συμπληρώσει την οικογενειακή του ευτυχία. Ο χρόνος αυτός ήταν ιδιαίτερα δημιουργικός καθώς κατά τη διάρκειά του εικονογράφησε τα «Παραμύθια» του Γ. Μέγα, συνεργάστηκε με το περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» του Κωστή Μπαστιά εικονογραφώντας και γράφοντας κείμενα, και παράλληλα σχεδιάζει για το περιοδικό «Νέα Εστία» και εκθέτει ξανά στο Λύκειο Ελληνίδων. Για πρώτη φορά φιλοτεχνεί φορητές εικόνες με τους Αγίους Γεώργιο και Ευγενία για τον Μητροπολιτικό ναό της Κιμώλου. Επιπλέον, συνεργάζεται με το σκηνοθέτη Φώτο Πολίτη για τα σκηνικά παράστασης με πρωταγωνίστρια τη Μαρίκα Κοτοπούλη καθώς και για τη σκηνογραφία παράστασης του Εθνικού Θεάτρου, που φιλοτέχνησε μαζί με το Σπύρο Παπαλουκά.

kontogloy-family2

Αυτοπροσωπογραφία του Κόντογλου με την οικογένειά του

Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια εκδίδονται τα βιβλία του «Ταξείδια» και «Για να πάρουμε μια ιδέα από ζωγραφική». Συνεχίζει να δημιουργεί έργα ζωγραφικής και συμμετέχει με αντίγραφα έργων του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου σε ομαδική έκθεση, μαζί με τους καταξιωμένους ζωγράφους της εποχής Θωμά Θωμόπουλο, Ανδρέα Γεωργιάδη και Δημήτρη Πελεκάση, στο «Άσυλο Τέχνης» του Νίκου Βέλμου. Συνεργάζεται και πάλι με το Φώτο Πολίτη και το Εθνικό Θέατρο για τη σκηνογραφία στο έργο «Θυσία του Αβραάμ». Το 1930, όταν άνοιξε το Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, ο Κόντογλου εργάστηκε σ’ αυτό ως συντηρητής και ζωγράφισε μαζί με το νεαρό Γιάννη Τσαρούχη, που ήταν ήδη μαθητής του και βοηθός, το συντριβάνι της αυλή. Την επόμενη χρονιά συμμετέχει στη Σπάρτη σε ανασκαφές του αρχαιολόγου Αδαμαντίου και καθαρίζει, συντηρεί, καθώς και δημιουργεί αντίγραφα των τοιχογραφιών που βρέθηκαν σε ρωμαϊκό τάφο.

Στις δραστηριότητες του επόμενου έτους συγκαταλέγονται: η εικονογράφηση του σπιτιού του στην Αθήνα, με τη βοήθεια των μαθητών του Τσαρούχη και Εγγονόπουλου, η συντήρηση των τοιχογραφιών στο καθολικό της Μονής στην Καισαριανή και η δημιουργία, με τη βοήθεια και πάλι του Τσαρούχη, είκοσι δύο φορητών εικόνων για το επιστύλιο του τέμπλου στο ναό της Παντάνασσας στο Μοναστηράκι. Συνεχίζεται και η εκδοτική δραστηριότητα με την έκδοση Icones et Fresques dArt Byzantin.

Παρά το γεγονός ότι δεν είχε σπουδάσει κάπου την τέχνη της συντήρησης, αλλά την έμαθε μέσα από τη μελέτη και την παρατήρηση, η τέχνη αυτή τον έκανε γνωστό και έξω από την Ελλάδα. Έτσι, το 1933 προσκαλείται από την Αιγυπτιακή κυβέρνηση για να εργαστεί στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο. Την ίδια χρονιά μετά από προτροπή του φίλου του Καρόλου Κουν, αποφασίζει να πάρει το πτυχίο του από τη Σχολή Καλών Τεχνών προκειμένου να διδάξει στο Κολέγιο Αθηνών. Παράλληλα, σχεδιάζει το ψηφιδωτό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, για το ναό του Αγίου στην οδό Σκουφά στο Κολωνάκι, και εκδίδει το βιβλίο «Τοιχογραφίαι εκκλησιών Υμηττού. Μοναί Θεολόγου και Καισαριανής», σε συνεργασία με το Γιάννη Τσαρούχη και τον αρχαιολόγο Ανδρέα Ξυγγόπουλο.

Το 1934 συντηρεί τις εικόνες στο Μουσείο της Κέρκυρας και συμμετέχει στη 19η Biennale της Βενετίας. Τη χρονιά αυτή ζωγραφίζει τη φορητή εικόνα των Τριών Ιεραρχών για το ναό της Καπνικαρέας, και θα είναι τότε η πρώτη μη δυτικότροπη εικόνα που θα αποκτήσει ο ναός, ζωγραφισμένη με πρότυπο γνωστή εικόνα της Κρητικής Σχολής. Η ίδια χρονιά θα οριοθετήσει και την έναρξη του τοιχογραφικού του έργου, με την ανάληψη της εικονογράφησης του ιδιωτικού παρεκκλησίου της Αγίας Λουκίας, στο Ρίο της Πάτρας. Την επόμενη χρονιά θα φιλοτεχνήσει εικόνες για το τέμπλο του ναού της Αγίας Αικατερίνης στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός και θα εκδόσει το βιβλίο του «Αστρολάβος».

Το 1936 ξεκινάει τον καθαρισμό των τοιχογραφιών της Περιβλέπτου του Μυστρά, έργο που θα είναι το σπουδαιότερο και τελευταίο του σαν συντηρητή και θα αποπερατωθεί το 1940, με τη βοήθεια της μοναχής Καλλινίκης και του Γ. Στέρη. Συμμετέχει και πάλι σε ομαδική έκθεση της ενώσεως «Ελεύθεροι Καλλιτέχναι» και σχεδιάζει εικόνες για το λουτρό της οδού Βερανζέρου στην Αθήνα, ενώ η Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών εκδίδει λεύκωμα με σχέδιά του από βυζαντινές εικόνες.

Το 1937 ξεκινάει την εικονογράφηση του Δημαρχείου Αθηνών[4] στην πλατεία Κοτζιά, ένα έργο πολύ μεγάλης έκτασης, στο οποίο ζωγράφισε πρόσωπα από τη μυθολογία και την ελληνική ιστορία, κυρίως της επανάστασης του 1821, με την τεχνοτροπία της βυζαντινής ζωγραφικής.  Μεταφράζει, επίσης, το έργο του Μολιέρου «Οι κατεργαριές του Σκαπέν», που θα ανέβει την επόμενη χρονιά στο Εθνικό Θέατρο. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια συμμετέχει στην Α’ Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση στο Ζάπειο Μέγαρο και στην έκθεση «Ελληνική Λακή Τέχνη», όπου μεταξύ των άλλων συμμετέχουν ο Σπύρος Παπαλουκάς και ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και εκθέτονται επίσης έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου. Αναλαμβάνει ταυτόχρονα και την ιστόρηση του παρεκκλησίου της οικογένειας Πεσμαζόγλου στην Κηφισιά,  ξεκινάει την εικονογράφηση του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Παιανία και ζωγραφίζει και στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής στην ίδια περιοχή της Αττικής.

Στα δύσκολα χρόνια για την Ελλάδα της γερμανικής κατοχής, ο Κόντογλου, συνέχισε, σε πείσμα των καιρών, να γράφει και να δημιουργεί εικόνες, παρά το γεγονός ότι αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του, με αντάλλαγμα λίγο αλεύρι και λίγο λάδι, και να μετακομίζει συνεχώς, φιλοξενούμενος από σπίτι σε σπίτι, μέχρι να καταλήξει τελικά να μένει στο γκαράζ μιας έπαυλης, που το βάφτισε «φάτνη αυτοκινήτων». Σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο ξεκίνησε και την εικονογράφηση της Καπνικαρέας το 1942. Παράλληλα εκδόθηκε, την ίδια χρονιά, από τις εκδόσεις Αετός το βιβλίο του «Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι», ενώ τον επόμενο χρόνο οι εκδόσεις Σπ. Νικολόπουλος κυκλοφόρησαν το βιβλίο του: «Ο Θεός Κόνανος και το Μοναστήρι το λεγόμενο Καταβύθιση» και «Τα Δαιμόνια της Φρυγίας, Εξ’ Ανατολών πνεύματα οργισμένα». Τότε ανέλαβε και την εικονογράφηση του τάφου της Μαρίας Αλβανοπούλου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Επειδή την εποχή αυτή για τη ζωγραφική υπάρχει δυσκολία στην εξοικονόμηση των υλικών, επιδίδεται περισσότερο στη συγγραφή και την εικονογράφηση βιβλίων. Το 1944 βγαίνει σε τρίτη  έκδοση ο «Πέδρο Καζάς», φτιάχνει λιθογραφίες για την ποιητική συλλογή του Λάμπη Χρονόπουλου «Τα Άστρα του χειμώνα» και ακολουθούν τα βιβλία του: «Μυστικός Κήπος» με ξυλογραφίες του Γιάννη Μόραλη, «Έλληνες θαλασσινοί στις θάλασσες της Νοτιάς. Η Αφρική και οι θάλασσες της Νοτιάς» από τις εκδόσεις Γλάρος, «Ιστορία ενός καραβιού που χάθηκε απάνου σε μια ξέρα» από τις εκδόσεις Πήγασος «Ιστορίες και περιστατικά» και «Οι αρχαίοι άνθρωποι της Ανατολής» από τις εκδόσεις Σπ. Νικολόπουλος. Εκείνα τα χρόνια είναι που αποφασίζει να επικεντρώσει την τέχνη σε ένα σκοπό «καλό και βλογημένο», όπως λέει, γι’ αυτό και στο εξής η συγγραφική του δραστηριότητα στρέφεται κυρίως γύρω από θρησκευτικά θέματα, όπως βίοι αγίων και εικονολογικές μελέτες.

Το 1946 παίρνει μέρος σε δυο εκθέσεις στο Λονδίνο: η μία στο «Ελληνικό Σπίτι», όπου εκθέτει μαζί με τους ζωγράφους Βακαλό, Χατζηκυριάκο-Γκίκα, Διαμαντόπουλο, Παπαλουκά, Σεμερτζίδη, και η άλλη στη Βασιλική Ακαδημία του Burlington House με θέμα «Ελληνική Τέχνη: 300 π. Χ.-1945 μ. Χ.», όπου μαζί του εκθέτουν και πάλι οι Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Διαμαντόπουλος, Παπαλουκάς, Σεμερτζίδης καθώς και οι Γραμμτόπουλος, Ζωγράφος και Ταρσούλη[5].

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’40 θα εκδοθούν, επίσης, τα βιβλία του «Βίος και πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ του δια Χριστόν σαλού» από τις εκδόσεις Δ. Κολλάρος, το «Άνθος, ήγουν λόγια ανθολογημένα από τους πατέρας» από τις εκδόσεις Ελληνική Δημιουργία και το «Βίος και άσκησις του οσίου Πατρός ημών Μάρκου του αναχωρητού» τυπωμένο σε χειρόγραφο. Επιπλέον, χειρογράφησε και εικονογράφησε το ελληνικό παραμύθι του Δήμου Απελάτη «Η μηλιά με τα χρυσά μήλα», σε έκδοση της Ίριδας Βεζυργιάννη, και φιλοτέχνησε εικόνες για το τέμπλο του ναού Αγίου Νικολάου Αχαρνών καθώς και εικόνα για το τέμπλο του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη.

Η δεκαετία του ’50 είναι η πιο παραγωγική στη ζωή του Κόντογλου, ειδικότερα για τη δημιουργία τοιχογραφιών σε ναούς και ενός μεγάλου πλήθους (ίσως και πάνω από 600 έργα) φορητών βυζαντινών εικόνων. Μέσα στη δεκαετία αυτή αναλαμβάνει την εικονογράφηση των εξής ναών: του Αγίου Ανδρέα στην οδό Λευκωσίας, του Αγίου Γεωργίου Κυψέλης, του Αγίου Χαραλάμπους Πολυγώνου, του Αγίου Νικολάου Κάτω Πατησίων, του Ευαγγελισμού της Ρόδου και του Αγίου Γεωργίου Στεμνίτσας. Αγιογραφεί, επίσης, τα παρεκκλήσια του Αγίου Γεωργίου στον Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας και στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, καθώς και το ιδιωτικό παρεκκλήσιο της οικογένειας Πατέρα στο Ψυχικό. Ζωγραφίζει την Πλατυτέρα και εικόνες για το τέμπλο της Μονής Πεντέλης και κάποιες παραστάσεις στο υπέρθυρο του Αγίου Αρτεμίου Γούβας. Ταυτόχρονα δημιουργεί εικόνες για την Αγία Τριάδα του Τσάρλεστον καθώς και μακέτες αγίων για παραστάσεις και υαλογραφήματα σε ναούς της Αμερικής. Σ’ αυτά τα χρόνια συμμετέχει και σε τρεις εκθέσεις: πρώτα στο Βυζαντινό Μουσείο, το 1956, σε έκθεση με τίτλο «Η λειτουργική τέχνη ή η βυζαντινή ζωγραφική», κατόπιν, το 1957, στην 5η Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση που πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο Μέγαρο και τέλος, το 1958, σε ομαδική πλωτή έκθεση στο υπερωκεάνιο «Olympic». Εν τω μεταξύ, το 1957, είχε και πάλι εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο Διεθνή θεσμό της Biennale, συμμετέχοντας στην 20ή διοργάνωση με την ελαιογραφία «Μακριά από τον πολιτισμό».

Παράλληλα προχωράει και το συγγραφικό του έργο. Το 1950 ξεκινάει τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Ελευθερία», όπου θα γράφει μέχρι το τέλος της ζωής του, και στη συνέχεια αναλαμβάνει μαζί με το νεαρό θεολόγο Βασίλειο Μουστάκη την επιμέλεια του πολύ επιτυχημένου περιοδικού «Κιβωτός», των εκδόσεων «Αστήρ», που εκδίδεται για τρία χρόνια. Εκεί ο Κόντογλου αρθρογραφεί, εικονογραφεί και στολίζει τα ψυχωφελή τεύχη της με παλιές εικόνες από διάφορα μοναστήρια της Ελλάδας. Το 1952, μεταφράζει από τη γαλλική γλώσσα, το βιβλίο του Ρώσου καλλιτέχνη και θεωρητικού της τέχνης των εικόνων Λεωνίδα Ουσπένσκυ. Στη διάρκεια της ίδιας δεκαετίας συνέχισε να εκδίδει και άλλα από τα βιβλία του, που είχαν πια μόνο θρησκευτικό περιεχόμενο: «Πηγή ζωής», με μεταφράσεις πατερικών κειμένων, των εκδόσεων «Αστήρ», «Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον εξηγημένον», «Το θρηνητικό συναξάρι Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου» και «Εικόνες της Παναγίας» των εκδόσεων Κιβωτός, «Βίος και πολιτεία του Αγίου και ενδόξου Ιερομάρτυρος Θεράποντος του Θαυματουργού», «Η αγιασμένη Ελλάδα» ανατύπωση από τα Δίπτυχα Ορθοδοξίας.

Η στροφή του αυτή, στην αποκλειστική συγγραφή θρησκευτικών θεμάτων, απογοητεύει μάλλον κάποιους από τους πρωτύτερα θαυμαστές του, οι οποίοι προκειμένου να είναι μέσα στο πνεύμα της μοντέρνας Ευρώπης θεωρούν τον Χριστιανισμό και τη χριστιανική πίστη κάτι το παρωχημένο και οπισθοδρομικό, κάτι σαν μόδα που έχει πια περάσει και γι’ αυτό τους φαίνεται παράξενο, ίσως και μίζερο, το να ασχολείται κάποιος με αυτόν! Μια αντίληψη που ίσως τελικά ριζώθηκε βαθιά στη συνείδηση των Νεοελλήνων, αφού πολλοί από αυτούς έχουν καταλήξει να πιστεύουν πια πως ο χριστιανισμός είναι ένα μέγεθος εχθρικό προς τον ελληνισμό, μια παλιά και παρωχημένη θρησκεία που αρμόζει μόνο στους ηλικιωμένους και στους συντηρητικούς! Για τον Κόντογλου, όμως, και τους συνεργάτες του, σ’ εκείνη τη φάση και την αγωνιώδη προσπάθειά τους, υπήρχε όχι μόνο μια βαθύτερη προσωπική ψυχική αιτία, αλλά ένας πολύ πιο σοβαρός και ουσιαστικός λόγος που ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, φαντάζει πολύ επίκαιρος: το να κατηχηθούν οι, αποπροσανατολισμένοι από τους απόηχους των διαφόρων πολέμων και ψευτοφιλοσοφικών σειρήνων, Έλληνες και πάλι στα νάματα της Ορθόδοξης πίστης, να θυμηθούν τις αξίες και τα ιδανικά της, με πρωτεύουσα την Αγάπη, χωρίς όμως καμιά διάθεση ευσεβιστική, ηθικολογική, δήθεν κοινωνική, ομαδική και τυπολατρική, αλλά απλά και μόνο με το σύνθημα «Επιστροφή στην Ελληνορθόδοξη Παράδοση». Και όλο αυτό, γιατί εκείνοι είχαν δει και διαγνώσει από νωρίς τον απειλητικό κίνδυνο που επερχόταν στη ζωή και τη συνείδηση της ταυτότητας των Νεοελλήνων, μέσα από τον υπόγειο πόλεμο που γινόταν από Ευρωπαίους αλλά και Έλληνες διανοούμενους, οι οποίοι, υποσκάπτοντας με τις θεωρίες τους τα συνεκτικά θεμέλια που ένωναν τον Ελληνισμό με τον χριστιανισμό, προσπαθούσαν «να εξορκίσουν και να καθηλώσουν τη θηριωδία του ανθρώπου διατυπώνοντας τις αρχές του ‘’νέου ανθρωπισμού’’». «Κι ενώ στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες – αλλά και στη δική μας χώρα – οι θρησκευτικά ανέστιοι διανοούμενοι επεξεργάζονταν και πρότειναν ως ιδεολογική προσωπική και κοινωνική διέξοδο από τον θανάσιμο τραυματισμό των ψυχών (λόγω του εξευτελισμού μέσω των συνεχών πολέμων) ένα «νέον ανθρωπισμό» – και πάλι άθεο αλλά εμπειρότερο, – που θα εκάλυπτε την ηθική αμηχανία των ανθρώπων και θα διασκέδαζε την συντριπτική βιαιότητα του πνευματικού τους μηδενισμού, λίγοι ήταν εκείνοι που είχαν εννοήσει πως ο κόσμος όλος πνευματικά ζούσε σε κίνδυνο, καθώς είχαν υποχωρήσει τα μεταφυσικά του ερείσματα και η θρησκευτική του πίστη, ατροφική, σχηματοποιημένη, από την τραγική βίωση του προσώπου, μετασχηματιζόταν σε ανούσια κοινωνικοπολιτική ιδεολογία»[6].

Ο Κόντογλου, όμως, με το ξεχωριστό χιούμορ και με τον ξερό κι απότομο τρόπο του, είχε από καιρό προνοήσει για την απάντηση στις κακόβουλες κριτικές: «Όσοι δεν είναι της ίδιας γνώμης με μένα, θα’ ταν άδικος κόπος να μου το κράξουν. Θα τους έστελνα όμως σίγουρα στο διάολο, αν καταπιάνουνταν να μου γυρίσουν τις αντιπάθειές μου σε συμπάθειες. Γιατί έχω την πίστη μου, μια θεόστραβη πίστη στο Θεό μου και μονάχα σ’ εκείνον. Δε γίνεται τρόπος να με λυγίσει μπροστά σε ξένα είδωλα καμμιά δύναμη. Ας μ’ αφήσουν λοιπόν ήσυχο, και δεν πιθυμώ διόλου να πιάνουν τα βιβλία μου όσοι έχουν διαφορετικά γούστα από μένα. Οι λίγοι, που αισθάνουνται όπως εγώ, μου φτάνουν, και γι’ αυτουνούς γράφω»[7].

Κλείνοντας την παρένθεση συνεχίζουμε στο έργο του Κόντογλου κατά τη δεκαετία του ’60, που έμελλε να ήταν και η τελευταία του επίγειου βίου του. Η δεκαετία αυτή ξεκινάει και τελειώνει με βραβεύσεις και τιμητικές διακρίσεις. Το 1960 του απονέμεται ο «Ταξιάρχης του Φοίνικος» και ταυτόχρονα βραβεύεται από την Ακαδημία Αθηνών για το δίτομο έργο του «Έκφρασις της Ορθοδόξου εικονογραφίας», το οποίο περιέχει τη μακροχρόνια δουλειά και μελέτη του πάνω στην Ορθόδοξη εικονογραφία, και μέχρι σήμερα αποτελεί σπουδαίο και αξεπέραστο έργο και οδηγό για την Ορθόδοξη εικονογραφία[8]. Το 1963 βραβεύεται για το βιβλίο του «Έργα Α’: Το Αϊβαλί η πατρίδα μου», που είχε εκδοθεί το προηγούμενο έτος από τις εκδόσεις «Αστήρ», με το βραβείο Πουρφίνα από την Ομάδα των Δώδεκα και τέλος το 1965, λίγους μόλις μήνες πριν το θάνατό του, του απονέμεται το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών από την Ακαδημία Αθηνών, χάρη στην εξαιρετική συνεισφορά και τον πνευματικό αγώνα του για την επιστροφή της αγιογραφίας στις Ελληνο-Ορθόδοξες ρίζες της. Συνεχίζοντας την εικονογραφική του δραστηριότητα, αναλαμβάνει την εικονογράφηση των ιδιωτικών ναών της οικογένειας Καμπάνη στο Πικέρμι και της οικογένειας Γουλανδρή στην Εκάλη και του παρεκκλησίου της Πολυκλινικής Αθηνών. Επίσης, συμμετέχει στην «Έκθεση εννέα σύγχρονων Ελλήνων Αγιογράφων», μαζί με τους Βαμπούλη, Βασιλείου, Γεωργακόπουλο, Γεωργίου, Καρτάκη, Κεντάκα, Παπανικολάου και Φαρμάκη, στο παλιό Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο της Λευκωσίας στην Κύπρο. Η τελευταία έκθεση στην οποία λαμβάνει μέρος είναι η «Έκθεσις Ελληνικής ζωγραφικής, που έγινε το 1963 στο ξενοδοχείο «Γαλήνη» στα Καμμένα Βούρλα υπό τη διοργάνωση του Πρακτορείου πνευματικής συνεργασίας του Πέτρου Βαγιάννου. Στη συγγραφική δραστηριότητα των τελευταίων πέντε ετών της ζωής του περιλαμβάνονται και τα βιβλία: «Η απελπισία του θανάτου εις την θρησκευτικήν ζωγραφικήν της Δύσεως» και «Οι Άγιοι Ραφαήλ και Νικόλαος και η Εικόνα του Χριστού οπού ευρέθη εις την Καρυάν της Θερμής» ανατύπωση των εκδόσεων Ποιμήν, «Σημείον Μέγα», «Έργα Β’: Αδάμαστες ψυχές», «Έργα Γ’: Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη» και «Έργα Δ’: Γιαβάς ο θαλασσινός κι άλλες ιστορίες» των εκδόσεων «Αστήρ» και τέλος το βιβλίο «Τι είναι η Ορθοδοξία και τι είναι ο Παπισμός».

Παρά το γεγονός ότι τον Σεπτέμβριο του 1963 τραυματίστηκε μαζί με τη γυναίκα του, όταν τους χτύπησε αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια περιπάτου τους στη Βούλα, και από τότε η υγεία του άρχισε να κλονίζεται, το Δεκέμβριο του ίδιου έτους άρχισε να αρθρογραφεί στη νέα τότε εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος». Τα άρθρα που υπογράφει με το όνομά του έχουν περιεχόμενο συνήθως γύρω από την Ορθόδοξη εικονογραφία. Στα υπόλοιπα άρθρα, όπου υπογράφει με το ψευδώνυμο Αβέρκιος Κολυβάς αλλά είναι εμφανές το μοναδικό προσωπικό του ύφος, γράφει με μαχητικό πνεύμα εναντίον των διαφόρων παραθρησκευτικών οργανώσεων και αιρέσεων που δρούσαν και ακόμη δρουν στην Ελλάδα και ταυτόχρονα εκφράζει την ορθόδοξη ανθενωτική του στάση απέναντι στον παπισμό και στις εκάστοτε κινήσεις για την ένωση των δύο εκκλησιών, Ανατολικής και Δυτικής.

Τον Ιούλιο του 1965 βρισκόμενος στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, παρέδωσε το πνεύμα του στον Ελεήμονα Χριστό[9] που τόσο αγάπησε και υπηρέτησε με το βίο του, ενώ μέχρι και τέλος της ζωής του δεν αποχωρίστηκε ποτέ την πένα και τα πινέλα του.

Η εξόδιος ακολουθία του έγινε στον κατάμεστο Μητροπολιτικό ναό των Αθηνών, μέσα σε κλίμα έντονης συγκίνησης. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος, ανάμεσα σε άλλα είπε πως «δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο Φώτης Κόντογλου κατατάσσεται μεταξύ των αγίων και των Ομολογητών της Ορθοδοξίας»[10].

Θα θέλαμε, όμως να κλείσουμε την αναφορά στα βιογραφικά του στοιχεία με τα λόγια που είχε γράψει γι’ αυτόν ο Νίκος Καζαντζάκης, βλέποντας τον στη σκαλωσιά, να εργάζεται για τη συντήρηση των τοιχογραφιών του Μυστρά:

«…ανάερα κρεμασμένος σαν πολυέλειος της εκκλησιάς… με την παλέτα και το πινέλο στα χέρια, στρογγυλοπρόσωπος κι εκστατικός…. Ποτέ δεν είδα αυτόν τον άνθρωπο χωρίς να σκιρτήσει η καρδιά μου. Βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους και λες νεκροταφείο κινούμενο είναι ο δρόμος…. Και ξάφνου βλέπεις έναν και τινάζεσαι χαρούμενος. Λες τούτος δε θα πεθάνει. Τούτος έχει ψυχή. Πιάνει την ζωή και την κάνει πνεύμα, του δόθηκε μια στάλα ζωή και την κάνει αθανασία. Ο Κόντογλου θαρρώ πως το βλέπω (πως θα μείνει αθάνατος). Γι’ αυτό τα μάτια του λάμπουν. Κι είναι τα χέρια του γεμάτα ανυπομονησία και δύναμη. Κι όταν τον παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει και ψέλνει ένα τροπάρι «Τη Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…». Ή «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία». Κι η πίκρα ξαφανίζεται, κι η γης μετατοπίζεται κι ο Κόντογλου με τα σγουρά μαλλιά και με τα μεγάλα του μάτια μπαίνει ολάκερος στον Παράδεισο…»[11].

 

 

 

 


[1]  Για τα βιογραφικά του στοιχεία βλ. κυρίως στα: Ζίας, Κόντογλου, σ. 11-25, Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 11-17, Χατζηφώτη, Φώτιος Κόντογλου και Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, σ. 9-11 κ.ε.

[2]  Τάσος Μουμτζής, «Από τα παιδικά του χρόνια», στο Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, σ. 221-224.

[3]  Στην πρώτη έκδοση του βιβλίου ο Κόντογλου αναγράφει ως τόπο έκδοσης το Παρίσι, υποδηλώνοντας τον τόπο όπου το έγραψε. Βλ. Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, σ. 9, Ζίας, Κόντογλου, σ. 17. Το βιβλίο αύτο έτυχε επανειλημμένων εκδόσεων, ενώ κατά την τρίτη του έκδοση απέσπασε διθυραμβικές κριτικές από τους πιο γνωστούς Έλληνες λογοτέχνες της εποχής (Ξενόπουλος, Καζαντζάκης, Μυριβήλης, Λαπαθιώτης, Βενέζης, Παπατσώνης, Καραγάτσης, Θεοτοκάς, Ρώτας, Ελύτης, Βαλέτας, Σικελιανός κ.α.), έπειτα από αίτημα του ίδιου του Κόντογλου να κρίνουν το έργο του. Βλ. Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, σ. 182.

[4] Το έργο του στο Δημαρχείο ολοκληρώθηκε το 1939 αλλά ποτέ δεν πληρώθηκε γι΄αυτό, όπως και οι δύο άλλοι καλλιτέχνες, στους οποίους είχε ανατεθεί η διακόσμηση του Δημαρχείου, Κωνσταντίνος Παρθένης και Γιώργος Γουναρόπουλος. Βλ. Στεφανίδης, Ελληνομουσείον, Τόμ. ε, σ. 8, 44, Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 14.

[5] Η έκθεση, όπου μεταξύ των άλλων εκτέθηκαν και έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, χαρακτηρίζεται ως βαρυσήμαντη ιστορικά καθώς έγραψε γι’ αυτήν κριτική στο περιοδικό Burlington Magazine ο γνωστός Otto Demus. Βλ. Στεφανίδης, Ελληνομουσείον, Τόμ. ε, σ. 40, Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 15.

[6]  Κιβωτός, βλ. στην «Εισαγωγή» του Κώστα Τσιρόπουλου, σ. ζ’-ιστ’.

[7]  Κάτι που έγραψε πριν πολλά χρόνια στον  Πρόλογο του βιβλίου του «Πέδρο Καζάς»! Βλ. Κόντογλου, Έργα Ε’, σ. 17.

[8]  Ο καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης και ειδικός μελετητής του εικονογραφικού έργου – κοσμικού και εκκλησιαστικού – του Κόντογλου, κ. Ν. Ζίας, χαρακτηρίζει το έργο αυτό «εκδοτικό άθλο για την εποχή του». Βλ. Ζίας, Κόντογλου, σ. 22.

[9]   Η τελευταία εικόνα που ζωγράφισε. Βλ. Συλλογικό έργο, Κόντογλου και μαθητές, σ. 17.

[10]  Βλ. στο δημοσίευμα του Ορθόδοξου Τύπου, Ιούλιος 1965, αρ. φύλλου 54.

[11]  Το γραπτό του Ν. Καζαντζάκη για τον Κόντογλου εμπεριέχει η Έλλη Αλεξίου σε κείμενό της με τον τίτλο: «Μικρό το δέμας αλλά…» στο Συλλογικό έργο, Μνήμη Κόντογλου, σ. 181. Αναφορά στο παραπάνω κείμενο του Ν. Καζαντζάκη, που αποτέλεσε άρθρο στην εφημερίδα Καθημερινή το έτος 1937 με τον τίτλο «Θνητός αθάνατος», κάνει και η εφημερίδα Ορθόξοξος Τύπος σε σχετικό αφιέρωμά της προς τιμήν του Κόντογλου. Βλ. Π.Β.Π., Φώτης Κόντογλου, σ. 1-2.

 

 

 

 

 

 

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s