ΤΟ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ

Το εικαστικό κλίμα της εποχής του

 

Την εποχή που ο Κόντογλου πρωτοήρθε στην Αθήνα, ως φοιτητής στην Σχολή Καλών Τεχνών, στα εικαστικά πράγματα της πρωτεύουσας επικρατούσε κυρίως η επίδραση της λεγόμενης Σχολής του Μονάχου, ή αλλιώς, ο ακαδημαϊκός ρεαλισμός. Η δημιουργία της Σχολής αυτής, με το ρομαντικό ύφος και την έντονη επίδραση από τη γερμανική ζωγραφική των αρχών του περασμένου αιώνα, οφειλόταν κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την κηδεμονία του από τον Βαυαρό βασιλιά Όθωνα, είχαν αναπτυχθεί στενές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Βαυαρίας και πολλοί Έλληνες ζωγράφοι εκείνης της εποχής, με την ενθάρρυνση και την οικονομική ενίσχυση του βασιλιά, μετέβησαν για σπουδές στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς αργότερα επέστρεψαν στην Ελλάδα προκειμένου να διδάξουν στη Σχολή Καλών Τεχνών. Τα θεματολόγιο των έργων της σχολής εκείνης ήταν κυρίως ηθογραφικό, στρεφόταν δηλαδή γύρω από την απεικόνιση της ζωής στα αστικά κέντρα αλλά και την ύπαιθρο, με ιδιαίτερη έμφαση στην απόδοση των αρχιτεκτονημάτων, των αντικειμένων και των ενδυμάτων της εποχής. Τα περισσότερα έργα είναι προσωπογραφίες, τοπία και νεκρές φύσεις και έχουν συνήθως ένα πομπώδες και θεατρικό ύφος, μέσα από το οποίο επιχειρούν να προκαλέσουν το συναίσθημα του θεατή τους. Ο Γ. Ιακωβίδης, ο οποίος ήταν τότε διευθυντής της Σχολής αλλά και από τους τελευταίους φανατικούς εκπροσώπους του ζωγραφικού ρεύματος της Σχολής του Μονάχου, ασχολήθηκε κυρίως με την προσωπογραφία και την απεικόνιση παιδικών σκηνών. Από το ίδιο καλλιτεχνικό ρεύμα επηρεάζονταν και οι υπόλοιποι καθηγητές της Σχολής, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν επίσης εκπαιδευθεί στην Ακαδημία του Μονάχου. Οι καθηγητές Δ. Γερανιώτης και Γ. Ροϊλός, παράλληλα με τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό, είχαν και επιρροή από τον ιμπρεσιονισμό, ένα ρεύμα που είχε αναπτυχθεί στη Γαλλία στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα και έδινε έντονη έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός και στα έντονα χρώματα, μέσα από μια προσπάθεια να καταγράψει την άμεση εντύπωση που προκαλούν τα αντικείμενα ή οι σκηνές της καθημερινής ζωής.

Παρόλα αυτά, στην υπόλοιπη Ευρώπη από τον περασμένο αιώνα είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους καλλιτέχνες και κινήματα που επεδίωκαν καινούριες εικαστικές εκφράσεις. Μεγάλο καλλιτεχνικό κέντρο είχε καταστεί το Παρίσι από τις αρχές του 20ου αιώνα. Εκεί είχε ήδη παρουσιαστεί το ριζοσπαστικό για την εποχή και ανανεωτικό έργο, καλλιτεχνών όπως του Βαν Γκογκ, του Γκωγκέν, του Σεζάν και του Καντίνσκι. Στο Παρίσι, επίσης, όπου είχαν συγκεντρωθεί πολλοί από τους διασημότερους μετέπειτα καλλιτέχνες και ιδρυτές της μοντέρνας ζωγραφικής, όπως ο Πικάσο, ο Μοντιλιάνι και ο Ματίς, πρωτοέκαναν την εμφάνισή τους στις εικαστικές τέχνες νέα κινήματα, όπως ο φωβισμός και ο κυβισμός. Παράλληλα, την ίδια εποχή αναπτύχθηκε και ο εξπρεσιονισμός[1], ένα κίνημα που επηρέασε τη ζωγραφική και ειδικότερα τη γερμανική, καθώς και άλλα ρεύματα, όπως ο υπερρεαλισμός, ο ντανταϊσμός, το μπαουχάους, η λυρική αφαίρεση, με περισσότερη ή λιγότερη επιρροή στη μοντέρνα τέχνη. Το κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων αυτών των κινημάτων, της λεγόμενης μοντέρνας τέχνης, είναι η προσπάθεια απαλλαγής από την καταπίεση της πιστής και ρεαλιστικής απόδοσης της πραγματικότητας, μέσα από ένα συνδυασμό έντονων χρωμάτων και παράλληλα με την απλοποίηση της ζωγραφικής φόρμας. Μαζί με την ανάπτυξη της μοντέρνας τέχνης στην Ευρώπη, είχε αναζωπυρωθεί και η μελέτη της βυζαντινής ζωγραφικής με τη δημοσίευση του έργου του J.P. Richter «Πηγές για την ιστορία της βυζαντινής τέχνης», καθώς και με τα μνημειώδη έργα του Γάλλου ερευνητή Millet για τα βυζαντινά μνημεία της Ελλάδας και τη ζωγραφική σε αυτά, βυζαντινή και μεταβυζαντινή.

Διακοσμητικό πλαίσιο

Διακοσμητικό πλαίσιο

Στην Ελλάδα το ύφος της ζωγραφικής, αλλά και της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης στη Σχολή Καλών Τεχνών, θα μεταβληθεί και θα αλλάξει οριστικά μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη Μικρασιατική καταστροφή, με τον ερχομό του Μαλέα, του Νικολάου Λύτρα και του Κωνσταντίνου Παρθένη . Οι τρεις αυτοί καλλιτέχνες, που είχαν εκπαιδευθεί στο εξωτερικό, έφεραν μαζί τους τις αλλαγές που είχαν προκληθεί στην τέχνη, προκαλώντας αρχικά μεγάλη αντίδραση και ξάφνιασμα στο συντηρητικό φιλότεχνο κοινό και τους καλλιτέχνες της χώρας . Την ίδια εποχή έγινε γνωστό και το έργο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, το οποίο ανακάλυψε ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος και κατόπιν ταξίδεψε ακόμα και μέχρι το Παρίσι μέσω του διάσημου τότε τεχνοκριτικού Στρατή Ελευθεριάδη (Teriade), ως αντιπροσωπευτικό της γνήσιας ελληνικής λαϊκής τέχνης . Τα εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία και μυθολογία θέματα του Θεόφιλου, ο τρόπος που τα αποδίδει και τα φυσικά υλικά που χρησιμοποιεί, εφαρμόζοντας τις συνταγές που παραθέτει ο Διονύσιος εκ Φουρνά , ο πάμφτωχος και ταλαιπωρημένος αυτός ζωγράφος της ελληνικής επαρχίας, έμελλε να επηρεάσουν αρκετούς από τους καλλιτέχνες της λεγόμενης γενιάς του ’30, οι οποίοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή των εικαστικών αξιών στην Ελλάδα και στην ανανέωση των τεχνών.

Διακοσμητικό πλαίσιο

Διακοσμητικό πλαίσιο

Όσον αφορά την εκκλησιαστική ζωγραφική, ήταν κι εκείνη καθηλωμένη στα διδάγματα της Σχολής του Μονάχου, όπως αυτά αποδίδονταν μέσα από τη Ναζαρηνή τεχνοτροπία του περασμένου αιώνα και τους εκονογραφικούς τύπους που είχαν καθιερωθεί στη δυτική ζωγραφική μετά την Αναγέννηση . Από τους νεότερους ζωγράφους, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, παρά την εν γένει πρωτοτυπία που είχε το ζωγραφικό έργο του και το γεγονός ότι πήρε το πρώτο βραβείο στο Παρίσι για έργο του με θέμα τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, στην εκκλησιαστική ζωγραφική δημιούργησε ένα έργο με νεοναζαρηνή αντίληψη και δυτικότροπα εικονογραφικά πρότυπα.

Μία διαφορετική πρόταση για την εκκλησιαστική ζωγραφική, που περιείχε πρωτοτυπία αλλά ήταν δημιουργημένη με βάση τα βυζαντινά εικονογραφικά πρότυπα, κατέθεσε το 1926 ο Σπύρος Παπαλουκάς μέσω της εικονογραφίας του στη Μητρόπολη της Άμφισσας.

Άλλοι γνωστοί και αξιόλογοι ζωγράφοι της εποχής, σύγχρονοι του Κόντογλου, που αξιοποίησαν στην εκκλησιαστική ζωγραφική τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά πρότυπα και τις εικαστικές αρχές τους ήταν: ο Δημήτρης Πελεκάσης, που πρώτος επανέφερε την παραδοσιακή εικονογραφία σε ορθόδοξο ναό , ο Σπύρος Βασιλείου, γνωστός για την ιστόρηση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου στο Κολωνάκι και ο Αγήνωρ Αστεριάδης, δημιουργός, μεταξύ άλλων, και του σχεδίου όπου φιλοτέχνησε η Έλλη Βοΐλα το ψηφιδωτό για την είσοδο της Καπνικαρέας, λίγο χρόνια πριν την εικονογράφησή της από τον Κόντογλου.

 

 

 

 


 

[1]  Παρά το γεγονός ότι ο εξπρεσιονισμός θεωρείται ως ένα από τα κινήματα της μοντέρνας τέχνης, εκφράσεις του είχαν ήδη εκδηλωθεί στη βυζαντινή ζωγραφική της Παλαιολόγειας περιόδου, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μια σειρά τοιχογραφιών στον εξωνάρθηκα της Μονής Βατοπεδίου, που φιλοτέχνησε στις αρχές του 14ου αιώνα άγνωστος καλλιτέχνης της εποχής. Βλ. Τσιγαρίδας, Τοιχογραφίες εξωνάρθηκα και Συλλογικό έργο, Μονή Βατοπεδίου, σ. 271 κ.ε.

 

 

 

  

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s