ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

 Αρχιτεκτονική

 

Ο ναός της Καπνικαρέας ανήκει στον τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο. Ο σύνθετος τετρακιόνιος είναι η επικρατέστερη παραλλαγή του σταυροειδούς εγγεγραμμένου τρουλλαίου ναού στην Κωνσταντινουπολίτικη παράδοση, όπως επίσης και στο χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης, που ανήκε στη σφαίρα επιρροής της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας. Ειδικά, όμως, οι εκκλησίες που κατασκευάστηκαν στην πόλη της Αθήνας και στα περίχωρά της φαίνεται, από τα διάφορα κοινά στοιχεία που παρουσιάζουν στην τυπολογία της δόμησής τους, ότι είχαν ως πρότυπο το εντυπωσιακό υπόδειγμα που τους πρόσφερε ο ναός της Παναγίας στο Μοναστήρι του Όσιου Λουκά στη Βοιωτία[1].

Τα βασικά γνωρίσματα αυτού του τύπου είναι τα εξής: α) ο κυρίως ναός αποτελεί τετράγωνο και ο σταυρός είναι ισοσκελής, β) οι κεραίες του σταυρού εξέχουν στη στέγαση και εκεί που οι δύο κεραίες του, η διαμήκης και η εγκάρσια, συμπίπτουν, κατασκευάζεται οκταγωνικός αθηναϊκός τρούλλος, ο οποίος στηρίζεται στους τέσσερις κίονες που βρίσκονται στο εσωτερικό του ναού, γ) το ιερό Βήμα και τα παραβήματα (πρόθεση και διακονικό) αποτελούν ξεχωριστό, αυτοδύναμο τριμερές τμήμα του ναού, το οποίο έχει προστεθεί στον κυρίως ναό και δίνεται έτσι μεγαλύτερη έκταση στο ναό, δ) η στέγαση των γωνιακών διαμερισμάτων, δηλαδή των χώρων που βρίσκονται έξω απ’ το σταυρό, είναι χαμηλότερη καθώς και η στέγαση του ιερού[2].

Κάτοψη του ναού της Καπνικαρέας (Mon de Villard, Ξυγγόπουλος).

Κάτοψη του ναού της Καπνικαρέας (Mon de Villard, Ξυγγόπουλος).

Στο αρχικό κτίσμα του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς ναού προστέθηκαν αργότερα και κάποια άλλα τμήματα. Αυτά είναι: α) ένα παρεκκλήσιο, στη βόρεια πλευρά του, σε αρχιτεκτονικό τύπο μονόκλιτης βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος και τρούλλο, β) ένα ανοιχτό προστώο, στη δυτική πλευρά του, το οποίο φέρει δίλοβα και μονόλοβα ανοίγματα και έχει τέσσερις δικλινείς στέγες πάνω από ισάριθμους θόλους και γ) ένα κομψό δικιόνιο πρόπυλο έξω από την είσοδο της νότιας πλευράς του[3].

Το ανοιχτό προστώο που προστέθηκε στη δυτική πλευρά του ναού σήμερα έχει πάρει τη μορφή εξωνάρθηκα, αφού καλύφθηκαν τα τοξωτά ανοίγματά του με υαλοστάσια. Πιστεύεται ότι είναι αρμένικη επίδραση και παρουσιάζει ομοιότητες ως προς τον τύπο με εκείνα που έχουν κι άλλοι ναοί της μεσοβυζαντινής περιόδου, όπως στο Δαφνί, στον Όσιο Μελέτιο, στην Άμφισσα και στο Χώνικα[4]. Το προστώο όμως της Καπνικαρέας αποτελεί ένα πρωτότυπο έργο, γιατί στην όψη του εναλλάσσονται πεσσοί και κίονες, παρουσιάζει μια λανθάνουσα ασυμμετρία και προβάλλονται έντονα τα αετώματα των δίρριχτων στεγών του[5].

Με την προσθήκη του παρεκκλησίου, του δυτικού προστώου και του νότιου πρόπυλου στο ναό αυξάνεται ο όγκος του τόσο στο μήκος όσο και στο πλάτος, με αποτέλεσμα να έχει το οικοδόμημα μια δομή στέρεα και σαφή εξωτερικά, την οποία χαρακτηρίζουν με αυστηρότητα οι τονισμένες αετωματικές απολήξεις των στεγών του[6].

Σχέδιο νοτιοδυτικής άποψης Καπνικαρέας                                                 (Χατζηδάκης).

Σχέδιο νοτιοδυτικής άποψης Καπνικαρέας
(Χατζηδάκης).

Οι προσθήκες στο ναό έγιναν είτε για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των πιστών είτε για να κάνουν την όψη του κτιρίου πιο ευχάριστη και να την πλουτίσουν, χωρίς όμως να διαταράξουν την ιεράρχηση που επιβάλλει το συμβολικό νόημα του κτιρίου. Γι’ αυτό το λόγο ο καθηγητής Χ. Μπούρας γράφει ότι σ’ αυτό το είδος του δυναμικού σχεδιασμού οφείλουν τη γοητεία τους πολλές βυζαντινές εκκλησίες[7].

Πρόσοψη Καπνικαρέας (Αρχείο Μορφολογίας Ε.Μ.Π.,  Μπούρας).

Πρόσοψη Καπνικαρέας (Αρχείο Μορφολογίας Ε.Μ.Π., Μπούρας).

Οι τέσσερις κίονες, οι οποίοι βρίσκονται στο εσωτερικό του ναού και στηρίζουν τον τρούλλο παρέχουν στον εσωτερικό χώρο του ναού «την εντύπωση της ήρεμης ευρυχωρίας»[8]. Επίσης, η «ρυθμική διαδοχή»[9] των καμαρών και τόξων, μεταξύ νάρθηκα και κυρίως ναού και το γεγονός ότι η διανομή του χώρου γίνεται ενιαία και αρμονικά δίνουν στον εσωτερικό χώρο μια πολύ όμορφη εντύπωση και προκαλούν στον πιστό την αίσθηση εσωτερικής ησυχίας και γαλήνης. Η αίσθηση αυτή δε διασπάται από το γεγονός ότι η κάλυψη των γωνιακών διαμερισμάτων γίνεται με ελλειψοειδή φουρνικά, που είναι κάπως βαριά αισθητικά συγκρίνοντάς τα με τα σταυροθόλια ή τις ασπίδες. Η στέγαση των γωνιακών διαμερισμάτων με ελλειψοειδή φουρνικά οφείλεται στο ότι η τυπολογία του ναού ακολουθεί μια συντηρητική τάση της ελλαδικής «σχολής»[10].

 

 

 

 

 

 

 

 


[1] Αντουράκης, Χριστιανική Αρχαιολογία, σ. 300-306.

[2]  Χατζηδάκης, ΙΕΕ,  Η’, σ. 274-325.

[3]  Chatzidakis, Byzantine Monuments, σ. 23.

[4] Μπούρας,  Αρχιτεκτονική, σ. 85-128.

[5]  Μπούρας,  όπ.π.

[6]  Μπούρας,  όπ.π.

[7]  Μπούρας,  όπ.π.

[8]  Γκιολές, Ναός Καπνικαρέας, σ. 519 κ.ε.

[9]  Σωτηρίου, Καπνικαρέα, σ. 167-168.

[10]  Αντουράκης, Χριστιανική Αρχαιολογία, σ. 305-306, Γκιολές, Ναός Καπνικαρέας, σ. 521, Μπούρας, Ελλαδική ναοδομία, σ. 21 κ.ε.

 

 

 

 

 

 

 

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s